Αλέξης Σταμάτης
«Οδός Θησέως»
[εκδόσεις Καστανιώτη]
Το να περιγράψεις τα πάθη δεν είναι τίποτα. Αρκεί να έχεις γεννηθεί λιγάκι τσακάλι, λιγάκι όρνεο, λιγάκι πάνθηρας. Να περιγράφουμε τα πάθη για να τα υποτάξουμε σ' ένα υψηλό ήθος, όπως ο Κορνήλιος, είναι κάτι άλλο [...] Η ποίηση πρέπει ν' αποσκοπεί στην πρακτική αλήθεια. Διατυπώνει τις σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στις θεμελιώδεις αρχές και τις δευτερεύουσες αλήθειες τής ζωής [...] Πέρασε ο καιρός τής προσωπικής ποίησης, με τις σχετικές ταχυδακτυλουργίες της και τις διαστροφές της.”.
Isidore Ducasse, “κόμης τού Λωτρεαμόν”, Ποιήματα Ι, ΙΙ (1870)
[εκδόσεις Ύψιλον/βιβλία]
Σε μια σκληρή αλλά όχι άδικη κριτική του ο Νίκος Γ. Ξυδάκης ψέγει τούς νέους (και βραβευμένους) Έλληνες μυθιστοριογράφους επειδή «αντλούν πρόσωπα και παράδειγμα από τον εικονικό κόσμο της σαπουνόπερας, του Τσάο, του Εσπρέσο και του Life & Style... Δεν διακρίνω πουθενά ούτε το σαρκασμό ούτε την υπονόμευση ούτε την ανατροπή, ούτε στη φόρμα ούτε στο χειρισμό. Βλέπω ένα καθρέφτισμα. Τα έργα καθρεφτίζουν τον κόσμο που περιβάλλει τους δημιουργούς τους, μονόχορδα· ακριβέστερα: το virtual νέφος που παρεμβάλλεται ανάμεσα στη ζωή και τον επίδοξο δημιουργό. Εξ ου και το κείμενο: πόζα εις το διηνεκές. Η παρωδία έχει κι αυτή τα όριά της» (Ένα βλέμμα. Δύο τέχνες, δύο κόσμοι, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23.11.03).
Την ίδια δίκαιη μομφή τούς απευθύνει και η Τιτίκα Δημητρούλια στο άρθρο της, ο τίτλος τού οποίου αρκεί: Νέα πεζογραφία: ρεαλισμός ή ριάλιτι; Η βία, το σεξ και η αισχρολογία μετακομίζουν από την τηλεόραση-σκουπίδι στις σελίδες τών νέων βραβευμένων συγγραφέων (όπ.κ.π.).
Eάν αυτή η θλιβερή κατάσταση πραγμάτων αποτελεί τον κανόνα στο νέο ελληνικό μυθιστόρημα, τότε Αλέξης Σταμάτης αποτελεί μία από τις πολλές φωτεινές εξαιρέσεις. Το πρόσφατο μυθιστόρημά του, Οδός Θησέως, το αποδεικνύει. Τα πάθη τών ηρώων του δεν τα περιγράφει σαν αυτο-αξίεςΧ αντίθετα, τα υποτάσσει σ’ ένα υψηλό ήθος – όχι ηθικισμό ούτε ηθικολογία, να εξηγούμεθα.
Σε ποιά ανώτερη ηθοπλασία θα μπορούσε όμως ν’ απευθυνθεί ένας νέος άνθρωπος στη μετανεωτερική, άκρως σχετικιστική και τελικώς μηδενιστική εποχή μας; Πού θα μπορούσε ν’ ανιχνεύσει, να ψηλαφήσει, ένα υψηλό ήθος σ’ ένα κόσμο όπου «η πραγματικότητα δεν υπάρχει, τα πάντα επιτρέπονται» αδιακρίτως, που σαν προμετωπίδα του έχει θέσει το απελπιστικό «Ναι σε όλα μέσα στο Τίποτα» και όπου μόνες σταθερές αξίες-πρότυπα και σημεία συλλογικής αναφοράς είναι ο τεχνοκρατισμός, το χρήμα και η εν ονόματί τους εξουσία;
O Σταμάτης απαντά στρεφόμενος προς ένα πανάρχαιο Μύθο, προς ένα συμβολικό «παραμύθι» που γοήτευσε ποιητές και φιλoσόφους τόσο τής Αρχαιότητας όσο και τών Μέσων Χρόνων, μέσω τού οποίου μάλιστα ασκεί την δραστική κριτική του ακριβώς στον τεχνοκρατισμό, στη λατρεία τού χρήματος και στην εν ονόματί τους εξουσία. Πρόκειται βέβαια για το μύθο τού Λαβυρίνθου και τής οδού που οφείλει να διανύσει ο Ήρωας ώστε, σκοτώνοντας το Τέρας και σπάζοντας τα παραμορφωτικά-παγιδευτικά κάτοπτρα, ν’ αποκαταστήσει την πραγματικότητα τής Αγάπης εναντίον ενός δαιδαλώδους ορθολογιστικού, και ήδη μηδενιστικού, κόσμου στημένου πάνω σε ένοχα μυστικά.
Η επιλογή τού Σταμάτη είναι λοιπόν σαφής. Δεν θα γράψει ένα ρεαλιστικό ή νεορεαλιστικό μυθιστόρημα, ούτε ένα εξομολογητικό-αυτοαναφορικό μυθιστόρημα, ούτε ένα μυθιστόρημα φαντασίας, ούτε κι ένα ιστορικό ή ιστορικοφανές μυθιστόρημα. Θ’ αφήσει αυτές τις λογοτεχνικές μορφές, στις οποίες αρέσκονται ιδιαίτερα οι σημερινοί μυθιστοριογράφοι. Ο Σταμάτης θα γράψει ένα συμβολικό μυθιστόρημαΧ όχι με την έννοια τού μοντέρνου συμβολισμού αλλά με αυτήν τών προνεωτερικών Χρόνων.
Το πρώτο εμπόδιο που συναντά ένας μυθιστοριογράφος όταν θέλει να υποτάξει τα πάθη σ’ ένα υψηλό ήθος για να διατυπώσει “τις σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στις θεμελιώδεις αρχές και τις δευτερεύουσες αλήθειες τής ζωής”, είναι ο πειρασμός τού διδακτισμού. Ο Σταμάτης το ξεπερνάει με εξαιρετική δεξιοτεχνία.
Η δική του Οδός Θησέως μάς παρουσιάζεται κατ’ αρχήν σαν ένα άψογα μοντέρνο «μυθιστόρημα αγωνίας», ένα εξαιρετικής πλοκής «θρίλερ»Χ τόσο που, βαδίζοντάς το μαζί με τον ήρωά του, τον Στέφανο Καλοθέου-Βλαστό, νιώθει κανείς την αγωνία του να κορυφώνεται και τα βήματά του να επιταχύνονται όλο και περισσότερο ώσπου να φθάσουν την ταχύτητα που απαιτεί η απογείωση, απαραίτητη για να κατακτήσει την ανυψωμένη προοπτική.
Έπειτα, ποτέ και σε καμμία στιγμή το μυθιστόρημά του δεν αναδύει ηθικισμό. Οι ήρωές του είναι άνθρωποι βασανισμένοι από απώλειες, προδοσίες, αδυναμίες κι ένοχα μυστικά, τα οποία πασχίζουν να συγκαλύψουν ή ν’ αναπληρώσουν, άλλοτε καταφεύγοντας στη δύναμη τής αήθους εξουσίας σε όλες τις πιθανές μορφές της (χρήμα, τεχνική γνώση, επιθετική ομορφιά ή σεξουαλικότητα, τελικώς: βία), άλλοτε «αναχωρώντας». Κανείς τους δεν εκπροσωπεί ένα καθαρό Καλό ή Κακό. Η δυστυχία είναι κοινή μοίρα όλων τους. Κι αν κάποιοι από αυτούς κάποια στιγμή ξυπνούν από το λήθαργο τής βολεμένης ή άβολης παραγνώρισης, αυτό που τούς παρακινεί δεν είναι κάποιο ηθικιστικό όραμα αλλά μια τραγική έλλειψη: η έλλειψη τής Αγαπημένης, η έλλειψη τής ΑλήθειαςΧ και ο πόθος μιάς Λύτρωσης.
Τέλος, εντελώς σύμφωνη με τον τεχνοκρατικό κόσμο τον οποίο πραγματεύεται κριτικά αλλά και με τις απαιτήσεις ενός μοντέρνου μυθιστορήματος, η Οδός Θησέως είναι γεμάτη από μυστικά ή φανερά links, αδιαόρατες ή έκδηλες παραπομπές σ’ ένα πλήθος παράπλευρων πληροφοριών, που ασφαλώς θα διεγείρουν στον φιλέρευνο αναγνώστη τις δεξιότητες ενός σύγχρονου hacker στην προσπάθειά του να σπάσει τον κρυφό κώδικά τους.
Όπως και άλλα μυθιστορήματα τού Σταμάτη, η Οδός Θησέως ξεκινά με μία ανεξήγητη εξαφάνιση. Η ωραία Ελένη, Αγαπημένη τού τεχνοκράτη-προγραμματιστή (και «προγραμματισμένου») Στέφανου, χάνεται πριν καν την γνωρίσουμε, τη δούμε, την ακούσουμε να μάς μιλά. Διπλός είναι το σκοπός που υπηρετεί αυτή η εξαφάνιση. Αφ’ ενός, δημιουργεί ευθύς εξαρχής την απαραίτητη για ένα θρίλερ αγωνιώδη ατμόσφαιρα και φυσικά δίνει το απαραίτητο έναυσμα στον Στέφανο ώστε να κινηθεί, ν’ αποκαλύψει τον εαυτό του και να μάς αποκαλυφθεί. Αφ’ ετέρου, η εξαφάνιση τής Αγαπημένης, σαν ακρωτηριασμός τής έως τότε καλορρυθμισμένης ζωής τού προγραμματιστή Ήρωα υποδηλώνει εκείνο ακριβώς το στοιχείο που λείπει δραματικά στον σύγχρονο κόσμο: το στοιχείο τού Έρωτα.
Αλλά ας μην παραπλανηθούμε εδώ. Ο Έρωτας που λείπει από τον Στέφανο -- κι από τον κόσμο μας, λέει ο Σταμάτης -- δεν είναι η μοντέρνα σεξουαλική έλξη-απόλαυση, και η ζηλότυπη βία της, που φαίνεται να παγιδεύει πολλούς νέους μυθιστοριογράφους. Ίσα-ίσα, αυτή η τόσο μοντέρνα εκδοχή τού Έρωτα θ’ αποκαλυφθεί εδώ ως η γενεσιουργός αιτία τού ορθολογιστικού-τερατώδους κόσμου τών ένοχων μυστικών, που έχει να πολεμήσει ο Ήρωας για να ξαναβρεί την Αγαπημένη.
Πράγματι, στο σκοτεινό κέντρο τής Οδού Θησέως ο Μινώταυρος είναι ένας πετσοκομμένος Έρως. Όπως όλα τα μυθικά τέρατα, γεννήθηκε κι αυτός από μια ιλιγγιώδη περιδίνηση, η οποία, εδώ, ανάγεται στη «σεξουαλική απελευθέρωση» τών sixties εν Εσπερία και σ’ ένα έγκλημα κατά τού Έρωτος που διεπράχθη τοτε – «έγκλημα κατά τού Έρωτος» όχι για λόγους ηθικιστικούς αλλά διότι αφορά ένα σμίξιμο εντελώς πρόσκαιρο και καθαρά σεξουαλικό, το οποίο συντελείται συνωμοτικά, στα κρυφά και σαν εξαπάτηση, και βεβαίως δεν οδηγεί στον Έρωτα αλλά στις ένοχες αντιζηλίες και τη βία τους.
Αυτό το έγκλημα κατά τού Έρωτος, και η υπόγεια βία που ελευθερώνει μέχρι την τελική έκρηξη, βαραίνει σαν ένα είδος τρομερής κι αβάσταχης ενοχής την έως τότε ανέμελη λονδρέζικη συντροφιά Χ κι από το σπάσιμο κάποιων (τριών βεβαίως!) κρίκων της ξεχύνεται ο όλεθρος … αλλά και η λύτρωση.
Στους αντίποδες τού Τέρατος, ο (πολύ σωστά!) ετεροθαλής αδελφός του Στέφανος είναι εκείνος που θα λυτρώσει τον κόσμο τής Οδού Θησέως από τη βαριά ενοχή, κινούμενος από το αντίθετο κίνητρο που γέννησε το Μινώταυρο. Ο Θησέας μας «ξυπνάει» και κινείται από τον βαθύ, πραγματικό, αληθινό Έρωτα προς την ωραία Ελένη του. Αυτός, που έχοντας ήδη χάσει αιφνιδίως την πρώτη, τη φυσική Μάνα του και τη Μάνα-Μίνα, αυτός που ζει τώρα υπό την εξίσου αιφνίδια απώλεια τής Αγαπημένης του. Αυτός, που έως τότε είναι “το μήλο κάτω απ' τη μηλιά” τού πατέρα του (workaholic), καλείται να σπάσει και να κλείσει για πάντα το λαβύρινθο αυτής τής ενοχής -- στην κατασκευαστική σύλληψη τού οποίου φαίνεται έκδηλα η αρχιτεκτονική παιδεία τού Σταμάτη.
Βεβαίως, όπως συμβαίνει πάντοτε, η ενοχή και η λύτρωση δεν αφορούν αυτόν και μόνο αλλά έναν ολόκληρο κύκλο ανθρώπωνΧ κι ο Ήρωάς μας δεν μπορεί να τα καταφέρει ολομόναχος. Χρειάζεται τη βοήθεια τής Αριάδνης, γλυκού θύματος τού Τέρατος μέσα στον κύκλο τής Οδού Θησέως. Αυτή «ανοίγει» στον Θησέα μας και την Οδό του και το Λαβύρινθο, υποδεικνύοντάς του μάλιστα το πώς πρέπει να δουλέψει (“συνδύαζε...»).
Ποιά βήματα τού υποδεικνύει σ’ αυτή τη δύσβατη οδό προς τη λύτρωση όχι μόνο τής ωραίας Ελένης, όχι μόνο τού εαυτού του αλλά και τού όλου παρισινού-λονδρέζικου κύκλου; Ας τα ακολουθήσουμε, διότι αυτά τα επτά χτυπήματα αυτογνωσίας υφαίνουν τον καμβά τόσο τού θρίλερ όσο και τής ηθοπλασίας που διακυβεύονται σ’αυτό το συμβολικό μυθιστόρημα.
Η Αριάδνη παραπέμπει τον Ήρωά μας πρώτα στη «θεά» Αφροδίτη, αφελή σύμμαχο τού Τέρατος. Η σεξουαλικότατη Αφροδίτη, τρόπον τινά «το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά» τής μητέρας της (πολύ ωραία τοποθετημένης σαν επαγγελματία τής τεχνητής ομορφιάς) τόσο στον ερωτισμό όσο και στην αυταρχικότητα που εκπέμπει, δίνει στον Στέφανο το κλειδί για το επόμενο βήμα του: τον Ερίκο, γυιό τού βασικού κρίκου τόσο τού «εγκλήματος» όσο και τής ολέθριας-λυτρωτικής αποκάλυψης τού βαρύτατου μυστικού.
Με την Αφροδίτη ο ήρωάς μας εισέρχεται για πρώτη φορά στο άντρο τής Οδού Θησέως. Είναι βέβαια ακόμη πολύ νωρίς για να μπει στον ίδιο το Λαβύρινθο, όμως εκεί, βαλμένα σ’ ένα ράφι, τού δίνονται τα βασικά κλειδιά που θα οδηγήσουν αργότερα στους επόμενους κρίκους. Τα βαστά στο νου του χωρίς να ξέρει ακόμα τη σημασία τους. Κάπου στο βάθος, πολύ αδρά ζωγραφισμένη κι εξαιρετικά υποβλητική, παραμονεύει και η μορφή τού δυστυχισμένου βασιλέα τής Οδού.
Με την Αφροδίτη επίσης, ο ήρωάς μας οφείλει, καθ’ οδόν, να περάσει μια βασική δοκιμασία: θα εγκαταλειφθεί και αυτός στον ιλιγγιώδη ερωτισμό ή θα μείνει πιστός στην ωραία Ελένη; Η σκηνή τού στριπ-τίζ τής Αφροδίτης, επόμενο βήμα τών αδιαόρατων προκλήσεών της κατά την πρώτη τους συνάντηση, είναι (και έπρεπε να είναι) άκρως «ερεθιστική» -- τρόπον τινά προκαλεί και τον ίδιο τον άντρα-αναγνώστη ν’ απαντήσει για τον εαυτό του στο παραπάνω ερώτημα… Πρόκειται για το τέταρτο χτύπημα αυτογνωσίας, μετά τα τρία πρώτα που θα περιγράψουμε ευθύς αμέσως.
Στον Ερίκο, ο Στέφανος (το όνομα τού οποίου παραπέμπει στο στεφάνι τόσο τού ήρωα όσο και τού μάρτυρα, δύο φιγούρες τόσο κοντινές άλλωστε στον αρχαιοελληνικό και το χριστιανικό κόσμο αντίστοιχα) συναντά το ανεστραμμένο είδωλό του. Ο Στέφανος αναζητεί αδιαπραγμάτευτα την ΑγαπημένηΧ ο Ερίκος βλέπει τις πολλές κι εναλλασσόμενες «αγαπημένες» του σαν … χαρτομάντηλα. Νομιμόφρων προγραμματιστής ο πρώτος, παράνομος χάκερ ο δεύτερος. Κλασικός ορθολογιστής, κλειστός ή καλύτερα ανυποψίαστος προς κάθε μεταφυσική διάσταση τής ζωής ο έναςΧ νέο-ορθολογιστής, μπερδεμένος σ’ ένα φίρδην-μίγδην αμάλγαμα ορθολογισμού και νεοπαγανιστικού μυστικισμού ο άλλος. Υπηρέτης τής τεχνοκρατίας ο Στέφανος, επηρμένος υπηρέτης τού εγωισμού του ο Ερίκος. Η φωτεινή-επίγεια “Διασκεπτική” συναντά τον σκοτεινό-υπόγειο «Μορφέα»-alter ego της.
Ταυτόχρονα, στο πρόσωπο τού Ερίκου o Στέφανος δοκιμάζει για πρώτη φορά μια νύξη τού βάσανου που ύφανε τον τερατώδη κόσμο τής οδού Θησέως, το βάσανο τής ερωτικής αντιζηλίας. Μα φυσικά, τι άλλο θα τού έδειχνε η θεά Αφροδίτη; Το «μήνυμα» είναι κιόλας χαραγμένο στη μοιραία επιγραφή «Καλλίστη», που ο χάκερ-αναγνώστης δεν θα δυσκολευτεί ν’ αναγνωρίσει κάπου στους τοίχους τού άντρου τού Ερίκου.
Η συνάντηση τού Στέφανου με το Ερίκο αποτελεί το πρώτο χτύπημα αυτογνωσίας: ο «διασκεπτικός» αναμετριέται με τον «μορφέα»-alter ego του, ο «σώφρων» τεχνοκράτης με την αλαζονεία τού τεχνοκρατισμού, ο ερωτευμένος με την πολλαπλή αντιζηλία. Κι έτσι ανοίγει ο δρόμος του προς τον επόμενο από τούς τρεις σπασμένους κρίκους τού κύκλου τής Οδού Θησέως.
Από αυτό τον αναχωρητή μοναχό ο Ήρωάς μας παίρνει μια δεύτερη «οδηγία πλεύσης», πνευματικότερη προέκταση τού «συνδύαζε...» που τού είχε δώσει η Αριάδνη. Από αυτόν επίσης δέχεται το δεύτερο χτύπημα αυτογνωσίας. Στις κλασικές ορθολογιστικές αξίες τού Στέφανου, ο Αγνός-Ιγνάτιος δίνει μια άλλη, πιο πνευματική αλλά πάντα συγκροτημένη διάσταση. Μαθαίνει το ορθολογιστικά απαράδεκτο και όμως υπαρκτικά λυτρωτικό «πάντα σκόνη, πάντα τέφρα, πάντα σκιά - είσθε σε καλό δρόμο”! Μαθαίνει επίσης κάτι σημαντικό, την εμπειρία τού οποίου θα δοκιμάσει σύντομα, στην επερχόμενη συνάντησή του με την Ειρήνη Δαμυράνθου, και στο οποίο θ’ απαντήσει πολύ αργότερα, κατά την πρόκλησή του από την Αφροδίτη: “Με συγχωρείτε γι' αυτό που θα σάς πω, είναι οτι φαίνεται να σάς λείπει κάτι ακόμα για να θεωρείσθε ολοκληρωμένος άντρας”. Εδώ, ακόμη, έρχεται σε μια πρώτη, εξ αποστάσεως και ασαφή, επαφή με το Τέρας.
Ακολουθεί, θαυμάσια σ’ αυτή την πορεία, μια επίσκεψη τού Στέφανου στον πατέρα του, κατά την οποία αφ’ ενός βλέπει την πτωτική πορεία τού Άγη Καλοθέου στον αγώνα του στο πεδίο τού Έρωτος (την απώλεια τής πρώτης, φυσικής μητέρας τού Στέφανου, και τής δεύτερης μάνας-Μίνας, διαδέχεται η καλή αλλά ανώδυνη Πέγκυ: ωραιότατα αγγλοποιημένο όνομα)` και αφ’ ετέρου ξανάρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με το κλίμα τής ιλιγγιώδους περιδίνησης τών sixties.
Ο Στέφανος, βλαστός εκείνου τού κόσμου, δεν πείθεται πλέον από το μύθο του. Έτσι ακολουθεί η συνάντηση με την Ειρήνη Δαμυράνθου. «Αναχωρήτρια» κι αυτή με το δικό της τρόπο, αλλά πόσο διαφορετικό από εκείνον τού Ιγνάτιου! Αυτή η «θεά» τής τεχνητής ομορφιάς «κρύβεται» στο ενοχλητικά πάλλευκο άντρο της – ενοχλητικά, διότι η ισοπεδωτική λευκότητά του (αποκαλύπτοντας και πάλι την αρχιτεκτονική παιδεία τού Σταμάτη) δεν είναι σύμβολο μιάς αληθινής ειρήνης αλλά όχημα τής ματαιοδοξίας μιάς ειρήνης επίπλαστης, που ο αυταρχισμός της δύσκολα κρύβει μια αγωνιώδη προσπάθεια «θαψίματος» τών δαιμόνων (και όχι καταπρόσωπο αναμέτρησης μαζί τους) --, είναι μια Ειρήνης που θέλει τα πάντα γύρω της λευκά ώστε να αναδεικνύεται η εγωιστική παρουσία της και μόνο, ώστε να δίνει εκείνη όποιο χρώμα θέλει στον κόσμο της .
Η συνάντησή του με αυτή την Ειρήνη, αποτελεί για το Στέφανο το τρίτο χτύπημα αυτογνωσίας. Είναι η εμπειρία τής επαφής του με την τεχνητή ομορφιά, κατά την οποία βεβαίως “νιώθει σαν πειραματόζωο». Αυτή την παγωμένη, επίπλαστη Ομορφιά αναζητεί λοιπόν στη ζωή του; Η απώθηση που τελικά νιώθει, το αίσθημα οτι είναι ξένος μέσα στον κόσμο αυτής τής Ειρήνης, ολοκληρώνει αυτό το βήμα αυτογνωσίας τού Ήρωά μας -- βήμα που θα συνδεθεί αργότερα με το τέταρτο χτύπημα αυτογνωσίας κατά το στριπ-τίζ τής Αφροδίτης, όπου (σαν ανάλογο αίσθημα αλλά πλέον βιωμένο όχι “από κάτω” αλλά «από πάνω”) θα νιώσει να “βγαίνει έξω από τον εαυτό του και να τον παρακολουθεί από ψηλά”, ακολουθώντας έτσι ανεπίγνωστα την οδηγία για ανυψωμένη προοπτική, που τού δίνει η Αριάδνη αμέσως μετά (βεβαίως!) τη συνάντησή του με την Ειρήνη.
Πολύ επιδέξια τοποθετημένη μέσα στην όλη πλοκή, αυτή τη συνάντηση ακολουθεί το πρώτο ξέσπασμα τής υπόγειας βίας και η δεύτερη εξ αποστάσεως επαφή του με το Τέρας -- μακρυνή φιγούρα ακόμη, που όμως τώρα τρέχει να το πιάσει για να τού αποδειχτεί, προς το παρόν, ένα απλό “σκιάχτρο” που ντύνει ένα σταυρό, το σκιάχτρο τού Σταυρού όλων τους. Τώρα, για πρώτη φορά στη ζωή του, ο Στέφανος θα χρησιμοποιήσει τη «διασκεπτικότητά» του, όχι για να ταξινομήσει ευτελή data αλλά για να βάλει σε τάξη τα πρόσωπα που έχει συναντήσει και τη σχέση του μαζί τους.
Κι ακολουθεί η συνάντηση με το δεύτερο σπασμένο κρίκο τής Οδού Θησέως. Αυτή είναι και η καταπρόσωπο συνάντηση τού ήρωά μας με το έως εκείνη τη στιγμή Πρότυπό του (και πρότυπο και τού Ερίκου). Ο Διονύσιος Ζ. Χριστίτης είναι ο Πατέρας τής τεχνολογικής επανάστασης στην Ελλάδα. Υπό άλλες συνθήκες, ο Στέφανος θα ήθελε να αντλήσει από τον Χριστίτη (πατέρα τών χρηστών τής τεχνολογίας) κάθε λογής τεχνικές πληροφορίες. Τώρα όμως παύει να βρίσκεται υπό την πλήρη επιρροή τού Προτύπου του. Ο προγραμματιστής Ήρωας δεν ζητεί πλέον «πληροφορίες». Ζητεί βιωμένη αυτογνωσία – μέσα αλλά και πέρα από τις πληροφορίες.
Στην πρώτη συνάντησή τους βέβαια, ο Στέφανος εξακολουθεί να βρίσκεται «από κάτω” (όπως ήταν και με την Ειρήνη). Όμως ακολουθεί το τέταρτο χτύπημα αυτογνωσίας που θα τον φέρει “από πάνω”. Πρόκειται, όπως είπαμε, για το στριπ-τίζ τής Αφροδίτης και την εμπειρία τής ανυψωμένης προοπτικής.
Τώρα ο Στέφανος απαντά στο ερώτημα αν θα αφεθεί στη «ζωώδη» σεξουαλικότητα (κατάλληλα διεγερμένη κι από το “ιερό χόρτο” τής Αφροδίτης) ή θα μείνει πιστός στην ωραία Ελένη του. Προς κατάπληξη τής ακαταμάχητης Αφροδίτης, μένει πιστός. Έχοντας μπει για δεύτερη φορά στο άντρο τής Οδού Θησέως κι έχοντας βγεί αυτή τη φορά νικητής, ο Στέφανος μπορεί ν’ αντιμετωπίσει το Πρότυπό του από θέση «ανυψωμένης προοπτικής»: «μπαίνουμε στην τελική ευθεία», τού διαμηνύει η Αριάδνη.
Η δεύτερη συνάντηση τού Στέφανου με τον Χριστίτη επιταχύνει πράγματι τα βήματά του (και την αγωνία τού αναγνώστη!) στο ρυθμό τών επιταχυνόμενων πλέον αποκαλύψεων. Ο Θησέας μας είναι πλέον σε θέση να “εκβιάσει” το τρωθέν Πρότυπό του, με δέλεαρ τη γνώση του για τον Ερίκο και φόβητρο τα μυστικά «κλειδιά» που τού έχει δώσει η Αριάδνη. Μέσα από έναν ορυμαγδό πληροφοριών, που τού αποσπά σαν άλλος χάκερ ο Στέφανος, το Πρότυπο καταρρέει. Παραμένει ίσως υψηλό και άθικτο σαν πρότυπο τού τεχνοκράτη Στέφανου, αλλά για τον ερωτευμένο Στέφανο είναι μια αποκάλυψη. Ο Χριστίτης αποκαλύπτεται ως Δαίδαλος. Πέμπτο χτύπημα αυτογνωσίας: ο Στέφανος-Θησέας ανακαλύπτει πως δεν μπορείς να πληγώσεις τον Έρωτα χωρίς να πληγώσεις την Αλήθεια. Ο δρόμος προς τη λύτρωση είναι πλέον διάπλατα ανοικτός.
Ακολουθεί η τρίτη είσοδος τού Θησέα στο παλάτι τού Μίνωα-Μάνου και η συνάντηση μαζί του. Έχοντας νικήσει το Πρότυπο τού τεχνοκράτη εαυτού του, έχοντας υποτάξει τον Δαίδαλο, μπορεί τώρα να νικήσει και τον Μίνωα. Ο τετρωμένος Βασιλεύς προσπαθεί ν’ αποκρούσει τον ΘησέαΧ αλίμονο: με μια κούφια πλέον επίδειξη ισχύος. Μα τού ‘χε απομείνει και τίποτε άλλο; Η επίδειξη αποτυγχάνει. Έχοντας διαβεί νικηφόρα τα προηγούμενα βήματα, ο Στέφανος δεν βρίσκεται πλέον ούτε «από κάτω», ούτε στον κόσμο τής πληροφοριακής παραζάλης. Η βασιλεία τού Μίνωος έχει στηθεί πάνω σ’ ένα λαβύρινθοΧ και ο ήρωάς μας το γνωρίζει.
Έτσι, ενώ το πέμπτο χτύπημα αυτογνωσίας τού Ήρωά μας, αφορά τη γνώση του πάνω στην υπαρκτική ένδεια τού τεχνολογικού Δαιδάλου, αυτό εδώ, το έκτο, αφορά τη γνώση του πάνω στην υπαρκτική ένδεια τής (συμμάχου με το Δαίδαλο) εξουσίας τού χρήματος.
Αλλά βεβαίως, τα χτυπήματα αυτογνωσίας πρέπει να είναι επτά! Και μάλιστα, το έβδομο πρέπει να είναι και το ισχυρότερο, εκείνο που την ολοκληρώνει και καθιστά αδύνατο κάθε πισωγύρισμα. Να 'το λοιπόν: ο Στέφανος διαβαίνει το κατώφλι τού Λαβυρίνθου!
Αυτής τής τελικής συνάντησης προηγείται, όπως πρέπει, η καταπρόσωπο συνάντηση με την Αριάδνη του. Το γλυκό αυτό θύμα τού Τέρατος, αυτή που έως τώρα τον οδήγησε, τού αποκαλύπτει όλη τη φρίκη. Σαν άλλη Αριάδνη και σαν άλλη Παναγία, αυτή η γυναίκα τού παραστάθηκε μυστικά όλον αυτό τον καιρό. Αλλά, επίσης σαν άλλη Αριάδνη και ίσως σαν άλλη Παναγία, δεν παραπέμπει τον Ήρωα στον εαυτό της αλλά σ’ ένα άλλο πρόσωπο: εδώ, στο Τέρας, και στη δική του, προσωπική τελική μάχη.
Θα τον συνδράμει βεβαίως έως και την προτελευταία στιγμή, καθοδηγώντας τον μυστικά μέσα στο Λαβύρινθο σαν μια γλυκιά σύμμαχος φωνή μέσα στο σκότος ... Αλλά η τελική αναμέτρηση είναι, όπως πρέπει να είναι, υπόθεση τού μάρτυρα-ήρωα και μόνον. Και είναι, βέβαια, μια αναμέτρηση όχι πλέον με κάποιο εξωτερικό-μακρυνό Πρότυπο αλλά με τον τερατώδη αδελφό-εχθρό που τού παρέσχε, εν αγνοία του, το “προπατορικό» έγκλημα κατά τού Έρωτος.
Ο Μινώταυρος δεν θα μπορούσε πράγματι να τού είναι ένα ξένο τέρας. Είναι γέννημα τής προηγηθείσης κατάρρευσης τής εξωτερικής μεσίτευσης με τη «συνωμοτική» αμφισβήτηση τής βασιλείας τού Μάνου ήδη στα χρόνια τής λονδρέζικης ανεμελιάς. Είναι ενσάρκωση τού ίδιου τού τεχνοκράτη και υπαρκτικά κενού Στέφανου. Είναι λοιπόν αυτός που θα μπορούσε να ήταν ο ίδιος ο Στέφανος εάν δεν ερωτευόταν εν αληθεία την Ελένη. Ένας τερατώδης βλαστός και αυτός τού όλου κύκλου. Στο τέλος, πράγματι, ο Στέφανος δεν μπορεί να ξαναγυρίσει στη “Διασκεπτική”.
Είναι μεγάλος ο πειρασμός να συνεχίσουμε το hacking, στο οποίο ωστόσο μάς προτρέπει ο ίδιος ο Σταμάτης, ώστε να διατρέξουμε όλα τα μυστικά links και να «σπάσουμε» όλα τα hypertexts κι όλους τούς κωδικούς τής Οδού Θησέως. Θα σταματήσουμε όμως εδώ, νιώθοντας ήδη πως έχουμε προβεί σε μια ορισμένη «βλασφημία» έναντι τής μυστικότητας που πρέπει να συντηρεί ένα τόσο καλοστημένο θρίλερ. Ελπίζουμε πως, τουλάχιστον, εξισορροπήσαμε αυτή την «ύβρι» μας μεταδίδοντας στους αναγνώστες το αίσθημα τής ερευνητικής ανακάλυψης τών θησαυρών, που κρύβει μέσα του αυτό το από κάθε άποψη συναρπαστικό μυθιστόρημα.
Κλείνοντας, θα θέλαμε να σταθούμε σ’ ένα «παράπονο» τού αναγνώστη σε ό,τι αφορά το πλάσιμο τών χαρακτήρων τής Οδού Θησέως. Σε σύγκριση με τούς ήρωες άλλων μυθιστορημάτων αγωνίας, λ.χ ενός Ρέημοντ Τσάντλερ ή ενός Τζέημς Ελρόυ, οι χαρακτήρες εδώ φαίνονται πράγματι πολύ «φωτεινοί», πολύ «ξεκάθαροι», και ως εκ τούτου «εξωπραγματικοί». Στην πραγματικότητα, οι ήρωες τής Οδού Θησέως δεν είναι «ξεκάθαροι» ως χαρακτήρεςΧ τα βάσανα κι οι αμφιταλαντεύσεις τους είναι πολλά. Έχουν όμως, με επικεφαλής τον Στέφανο, ξεκάθαρους στόχους. Οι στόχοι τους αυτοί, μιάς εμβέλειας πολύ μεγαλύτερης από εκείνης τών ηρώων π.χ. τού Τσάντλερ, κάνουν τούς ήρωες τής Οδού Θησέως να μοιάζουν κάπως «εξώκοσμοι».
Μέσα σ’ ένα κόσμο ιδιωτικών συμφερόντων και τών συναφών με αυτά ένοχων μυστικών, ο Φίλιπ Μάρλοου αναζητεί αίφνης την αλήθεια τών γεγονότωνΧ πεισματικά, «ξεροκέφαλα» και χωρίς να λογαριάζει κανένα κίνδυνο κλείνει τ’ αφτιά του στο τραγούδι τών Σειρήνων. Όχι για να ψέξει ή να καταδικάσει κανέναν για τις «αμαρτίες» του αλλά για χάρη τής ίδιας τής αλήθειας τών γεγονότων και μόνο. Τι σχέση όμως μπορεί να έχει αυτή η αναζήτησή του με την προσωπική του λύτρωση, αυτό παραμένει μεγαλειωδώς ανεξήγητο. Ο Φίλιπ Μάρλοου δεν θα εγκαταλείψει ποτέ το επάγγελμά του. Όπως και ο Σέρλοκ Χόλμς, μόλις η αλήθεια τών γεγονότων αποκαλυφθεί, θα εγκαταλειφθεί και πάλι σ’ ένα υπαρκτικό Μηδέν περιμένοντας το επόμενο «αίνιγμα» για να υψώσει το ανάστημά του.
Ο ήρωας τής Οδού Θησέως δεν αναζητεί την αλήθεια τών γεγονότων και μόνο. Έστω και αν δεν το συνειδητοποιεί ευθύς εξ αρχής, μέσα από την αλήθεια τών γεγονότων αναζητεί την υπαρκτική λύτρωση και την αποκατάσταση τής προσωπικής αλήθειάς του. Έτσι, η τελική αποκάλυψη τής αλήθειας τών γεγονότων αποτελεί γι’ αυτόν και μια υπαρκτική ολοκλήρωση. Τόσο ο ίδιος, όσο και ο κόσμος του, δεν μπορεί πλέον να είναι ο ίδιος. Και μάλλον αυτό ακριβώς το ολοκληρωμένο πέρασμα είναι που τον κάνει να μοιάζει εξωπραγματικός.
Αλλά το είπαμε εξ αρχής. Ακολουθώντας κατά κάποιον τρόπο τις προσταγές τού Λωτρεαμόν, ο Σταμάτης μάς παραδίδει ένα συμβολικό μυθιστόρημα αναζωογονώντας έτσι μια τέχνη μάλλον ξεχασμένη αλλά τόσο πλούσια.
Γιάννης Δ. Ιωαννίδης
Νοέμβριος 2003
www.happyfew.gr